σεγγούνι

σεγγούνι
το см. σιγκούνι

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "σεγγούνι" в других словарях:

  • σεγγούνι — και σεγκούνι, το, και σεγγούνα και σεγκούνα, η, Ν βλ. σιγκούνι …   Dictionary of Greek

  • σιγκούνι — (Αστρον.). Αστεροειδής που πρωτοεπισημάνθηκε στις 19 Ιανουαρίου 1903. Το αστρικό φωτογραφικό του μέγεθος στη μέση αντίθεση του είναι 14,8 και σε απόσταση μιας αστρονομικής μονάδας από τη Γη και 12,2 από τον Ήλιο. * * * και σιγγούνι και σιγούνι… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»